Έρχονται στιγμές που νοιώθεις την ανάγκη να γυρίσεις πίσω, καβάλα σ’ άσπρο σύννεφο, μικρός θεός με τα φτερά τ’ ανέμου. Να φτάσεις στη γαλάζια πολιτεία και με τα μαγικά σου λόγια, που ‘συ μονάχα ξέρεις και κανένας άλλος, να αναστήσεις το χαμένο σου παιδιάστικο βασίλειο.

Έρχονται στιγμές, πικρές στιγμές, που μόνο το κλειδί της φαντασίας μπορεί ν’ ανοίξει το υπόγειο της ψυχής σου.

Σ’ αυτές τις ώρες της επιστροφής, που η καρδιά σου γίνεται λουλούδι κι ένας μεγάλος ήλιος το ταξίδι σου, που ‘χεις στα χέρια σου το μαγικό ραβδάκι και ανασταίνεις δρόμους, σπίτια και μορφές, σ’ αυτές τις αποκλειστικά δικές σου ώρες, σαν φάντασμα καλό που δεν τρομάζει, που θέλει λίγο φως από τη σκέψη σου, πετάγεται και σε καλωσορίζει ο Καραγκιόζης.

Εκεί, στο ίδιο πάντοτε κονάκι, όπως τον πρωτογνώρισες, αγέραστος κι ακούραστος πραματευτής του γέλιου. Κι έτσι και του χαρίσεις λίγο φως, μια ψίχα απ’ την καρδιά σου, αρχίζει πάλι να «μουρλαίνεται», να γίνεται βεζίρης, ψαράς, προφήτης και γαμπρός, βοηθός του Μεγαλέξανδρου, χέρι δεξί του Κατσαντώνη. Και όλα τούτα τα τρελά γιορτάσια, για λίγο φως, για ‘να κλωνάρι σκέψη, για μια μπουκιά ανάμνησης που του χαρίζει την αθανασία.

Στ’ αλήθεια, δεν αξίζει να τα δώσουμε;